γλωττίς

γλωττ-ίς, ίδος, ,
A glottis, mouth of the windpipe, Gal.UP7.13, al.
II mouthpiece of a pipe, in which the reed was inserted, Luc.Harm.1, Theo Sm.p.61 H.; of a trumpet, Hero Spir.1.16.
III shoe-string, Phryn.208; latchet, Lyd.Mag.2.13.
IV a bird, perh. landrail, Arist.HA597b16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωττίς — glottis fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδα — γλωττίς glottis fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδας — γλωττίς glottis fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδες — γλωττίς glottis fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδι — γλωττίς glottis fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδος — γλωττίς glottis fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίδων — γλωττίς glottis fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσίς — γλωττίς glottis fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττίδα — γλωττίς glottis fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττίδας — γλωττίς glottis fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττίδες — γλωττίς glottis fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.